Λευκαρίτης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

Blog

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 999/2021 (Επί της υποκατάστασης αλλοδαπού φορέα κοινωνικής ασφάλισης)

Το ιστορικό της υπόθεσης , όπως προκύπτει από την απόφαση του Αρείου Πάγου, έχει ως εξής:

Πρόκειται για αγωγή γερμανικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης κατά οδηγού και ασφαλιστικής εταιρίας ΙΧΦ οχήματος, εκ της κυκλοφορίας του οποίου προκλήθηκε, διά τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στην Ελλάδα, θάνατος ασφαλισμένου στον Φορέα προσώπου. Το αίτημα του Φορέα ήταν να του επιδικαστούν οι παροχές που κατέβαλε στη σύζυγο του θανόντος ασφαλισμένου του ως σύνταξη χηρείας.

Συγκεκριμένα, με την ένδικη αγωγή ο ενάγων Φορέας ισχυρίστηκε, ότι είναι ΝΠΔΔ, ότι με βάση το άρθρο 2 του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης- SGB/X, ο θανών εκ του τροχαίου ατυχήματος, ήταν εκ του νόμου ασφαλισμένος σ` αυτόν για τη συνταξιοδότησή του σε περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος, ότι με βάση το άρθρο 90 του SGB/X κατέβαλε στην χήρα του άμεσα ως άνω ασφαλισμένου του, σύνταξη χηρείας από 1-9-2001 έως 30-6-2004 (Α` χρονική περίοδος), πλέον μεριδίου ασφάλισης πρόνοιας και ασθενείας και για το χρονικό διάστημα από 1-7- 2004 έως 31-8-2008 (Β` περίοδος) σύνταξη χηρείας, πλέον ασφάλισης ασθενείας, σύμφωνα με τα επί μέρους αναλυτικά ποσά κάθε διαστήματος και συνολικά το ποσό των 46.301,50 ευρώ και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 116 του SGB/X και το Κοινωνικό Δίκαιο υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στα δικαιώματα της έμμεσα ασφαλισμένης, χήρας του άμεσα ασφαλισμένου του, η οποία, όσο ζούσε είχε αξίωση διατροφής λόγω συνεισφοράς του συζύγου της, ποσού 123,25 ευρώ μηνιαία, κατά τα αναλυτικά επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή. Η αγωγή έγινε δεκτή τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ’ έφεση, ενώ κατά της εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης εκ των εναγομένων.

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες (οδηγός και ασφαλιστική εταιρεία του με αρ. κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο συγκρούστηκε με το ΙΧΦ αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε το θύμα) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτήν, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της διάταξης αυτής ως προς τον προσδιορισμό της ύπαρξης ή όχι ζημίας του Φορέα εκ του τροχαίου δυστυχήματος και ειδικότερα, διότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ένσταση αοριστίας της αγωγής και 2 έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντα Φορέα, και με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος Φορέας έχει αξίωση αποζημίωσης κατά των υποχρέων αναιρεσειόντων, κατά το Ελληνικό Δίκαιο, εξ αυτοδίκαιης υποκατάστασης Α) ποσού 46.301,50 ευρώ, που αντιστοιχεί στη μηνιαία σύνταξη χηρείας, που ο Φορέας κατέβαλε στη χήρα του θύματος από 1-2-2001 έως 31-8- 2008 (άσκηση της ένδικης αγωγής) καθώς επίσης Β) από τις μελλοντικές παροχές, που ο αναιρεσίβλητος Φορέας θα καταβάλει στη χήρα του θύματος και θα καταστούν δήθεν ληξιπρόθεσμες μελλοντικά (μηνιαία σύνταξη χηρείας και εισφορές), αν και όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ο αναιρεσίβλητος Φορέας δεν έχει υποστεί καμιά ζημία από το τροχαίο δυστύχημα, διότι, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, αφενός μεν τα ποσά που ο Φορέας έχει καταβάλει στην χήρα, ως έμμεσα ασφαλισμένη του ήταν μικρότερα των ποσών, που θα κατέβαλε στον άμεσα ασφαλισμένο του - θύμα, ως σύνταξη γήρατος, εάν αυτός εξακολουθούσε να ζεί και αφετέρου, διότι μετά τη συμπλήρωση του 75ου έτους της ηλικίας του άμεσα ασφαλισμένου -θύματος ο Φορέας ούτως ή άλλως είχε υποχρέωση για τις ανωτέρω καταβολές, που προβλέπονται σε περίπτωση φυσικού θανάτου προς τη χήρα, ασχέτως δηλαδή από την επέλευση του τροχαίου δυστυχήματος.

Με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες υπόχρεοι (οδηγός και ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου) οφείλουν στον αναιρεσίβλητο Φορέα τα ποσά υπό στοιχείο Α και Β του 1ου αναιρετικού λόγου (θετική και μέλλουσα ζημία) διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή μη ζημίας του αλλοδαπού Φορέα και του εννόμου συμφέροντος αυτού για την αξίωσή του εξ υποκαταστάσεως εκ του Νόμου και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνες δικαίου των άρθρων 26, 298, 928 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 53 της διμερούς Σύμβασης της Ελλάδος και της Γερμανίας, που κυρώθηκε με το ΝΔ 4259/1962, το άρθρο 93 του υπ` αρ. 1408/1971 Κανονισμού του Συμβουλίου της ΕΟΚ και τα άρθρα 15 και 25 του Κανονισμού 593/2008 - Ρώμη ΙΙ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Πιο συγκεκριμένα, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, το Εφετείο δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία Α) ως προς την ύπαρξη ή όχι της ζημίας του Φορέα και ως προς τη θεμελίωση αξίωσης αυτοδίκαιης υποκατάστασης αυτού, με δεδομένο ότι, κατά τις παραδοχές, η σύνταξη χηρείας είναι μικρότερη της σύνταξης γήρατος, που ούτως ή άλλως ο Φορέας θα κατέβαλε στον άμεσα ασφαλισμένο του, όσο θα ζούσε, καθώς επίσης Β) για την επιδίκαση στον Φορέα ως εξ αυτοδίκαιης δήθεν υποκατάστασης εκ του νόμου υψηλότερης μηνιαίας σύνταξης χηρείας από το ποσό των 123,25 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η αξίωση διατροφής της χήρας (όσο ζούσε ο σύζυγός της) από την συνεισφορά των εισοδημάτων του. Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που είναι συναφής με τους 1ο και 2ο αναιρετικούς λόγους, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας το 2ο λόγο της έφεσής τους περί αοριστίας της αγωγής και τον 3ο 3 λόγο αυτής περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου αλλοδαπού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, που αφορούσαν τα κονδύλια σύνταξης χηρείας, σε χρόνο μετά το μέσο όρο ζωής και τη συμπλήρωση του 75ου έτους του άμεσα ασφαλισμένου-θύματος και κρίνοντας στη συνέχεια, ότι δήθεν η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη ως προς την αξίωση αυτού εξ αυτοδίκαιης υποκατάστασης να απαιτήσει τις μελλοντικές παροχές, που θα καταβάλει στη χήρα για το χρονικό διάστημα μετά την 1-9-2008,τις οποίες ο ενάγων Φορέας δεν προσδιόριζε, διότι όπως εκθέτει στο αγωγικό δικόγραφο δεν γνωρίζει το ποσό τους, καθώς επίσης, με το να αναγνωρίσει ακολούθως το Εφετείο το δικαίωμα του Φορέα, ότι δήθεν έχει αξίωση εξ υποκαταστάσεως για τις μελλοντικές ως άνω παροχές, που θα καταβάλει στη χήρα ως έμμεσα ασφαλισμένη αυτού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 928 του ΑΚ, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση του πραγματικού τους και ειδικότερα, διότι, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν την ιστορική βάση της αγωγής ως προς τις μελλοντικές παροχές δεν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας του ενάγοντος Φορέα, καθόσον, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Φορέας δεν προσδιόριζε, εάν η σύνταξη χηρείας θα είναι ίση ή μικρότερη με τη σύνταξη γήρατος, που ο Φορέας θα κατέβαλε στον άμεσα ασφαλισμένο του, όσο αυτός θα ζούσε, μέχρι το 75ο έτος της ηλικίας του ή που θα κατέβαλε στη χήρα αυτού ως έμμεσα ασφαλισμένη μετά το θάνατο του συζύγου της, ζητήματα κρίσιμα, όπως υποστηρίζουν για τον προσδιορισμό της ζημίας και του εννόμου συμφέροντος του Φορέα να αξιώσει τις μελλοντικές ως άνω παροχές.

Ο Άρειος Πάγος απέρριψε όλους τους παραπάνω λόγους αναιρέσεως με την αιτιολογία ότι : «Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος -ενάγων αλλοδαπός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει τις παροχές για σύνταξη χηρείας, (ασθένειας και πρόνοιας) που έχει καταβάλει στη χήρα του άμεσα ασφαλισμένου του για το χρονικό διάστημα από 1-2-2001 έως 31-8-2008 και ότι έχει δικαίωμα να αναζητήσει τις μέλλουσες αξιώσεις, που έκτοτε, (δηλαδή από 1-9-2008 και εφεξής) θα καταβάλει σ` αυτήν, ερμήνευσε ορθά τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 26, 298, 929 του ΑΚ και των προαναφερόμενων διατάξεων του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης- SGB/X, περί αυτοδίκαιης εκ του νόμου υποκατάστασης που εφάρμοσε, στους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία πληρούσαν το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας του ενάγοντα Φορέα και την ενεργητική νομιμοποίηση αυτού να την αξιώσει. Εκτός τούτου, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του για την επιδίκαση της θετικής ζημίας του ενάγοντα Φορέα από παροχές σύνταξης χηρείας, ασφάλισης ασθενείας και πρόνοιας, τις οποίες έχει καταβάλει στην χήρα του άμεσα ασφαλισμένου του θύματος, εξαιτίας του τροχαίου 4 δυστυχήματος, καθώς επίσης για την αναγνώριση του δικαιώματος αυτού να αναζητήσει στο μέλλον τις παροχές, από την ίδια αιτία, τις οποίες θα καταβάλει στη χήρα και εφόσον καταβάλει αυτές ως απορρέουσες από το τροχαίο δυστύχημα, κατά το οποίο αποβίωσε ο άμεσα ασφαλισμένος του. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι σύμφωνα με το άρθρο 93 του Κανονισμού 1408/1971 του Συμβουλίου της ΕΟΚ (ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης), το άρθρο 53 του ΝΔ/τος 4259/1962 της διμερούς ελληνογερμανικής σύμβασης, τα άρθρα 15 και 25 του Κανονισμού της ΕΚ- Ρώμη ΙΙ και αυτά, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 116 και 119 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης - SGB/X της Γερμανίας, οι οποίες αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Δίκαιο με βάση την ελληνογερμανική σύμβαση, ο αναιρεσίβλητος Φορέας, που είναι ΝΠΔΔ, υποκαθίσταται αυτοδικαίως εκ του νόμου στα δικαιώματα του άμεσα ασφαλισμένου του κατά τη στιγμή της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (τροχαίο δυστύχημα) ή σε περίπτωση θανάτου του, στα δικαιώματα των κληρονόμων του άμεσα ασφαλισμένου, που έλκουν τα δικαιώματά τους από αυτόν, όπως στην ένδικη υπόθεση η νόμιμη σύζυγος του θύματος, η οποία εκ του νόμου είχε δικαίωμα διατροφής έναντι του συζύγου της, όσο αυτός ζούσε, την οποία απώλεσε, εξαιτίας του θανάτου του στο τροχαίο δυστύχημα και ειδικότερα, ότι ο Φορέας υποκαθίσταται εκ του νόμου αυτοδικαίως στις παροχές, που έχει καταβάλει ή πρόκειται να καταβάλει στο μέλλον από την αιτία αυτή και ότι επομένως, νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί και να αξιώσει τις ανωτέρω παροχές κατά των προσώπων, που είναι υπόχρεοι κατά το Ελληνικό Δίκαιο για την αποκατάσταση της ζημίας, που επήλθε από την ασφαλιστική περίπτωση (τροχαίο δυστύχημα) και στην ένδικη υπόθεση κατά των αναιρεσειόντων, οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου. Επίσης, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δέχθηκε ότι οι παροχές αυτές προς τη χήρα αποτελούν τη ζημία, που υπέστη ο αλλοδαπός Φορέας, η οποία προσδιορίστηκε με την απόφαση συνταξιοδότησης χηρείας και οφείλεται αποκλειστικά στο τροχαίο δυστύχημα λόγω της στέρησης των υπηρεσιών διατροφής του θύματος προς αυτήν. Επίσης, με σαφή αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, μετά την αυτοδίκαιη εκ του νόμου υποκατάσταση του αλλοδαπού Φορέα στην αξίωση του άμεσα ασφαλισμένου του ή των κληρονόμων αυτού, οι τελευταίοι (όπως στην ένδικη υπόθεση η νόμιμη σύζυγος του θύματος) παύουν αυτοδικαίως να είναι δικαιούχοι της αξίωσης αυτής, της οποίας πλέον μοναδικός δικαιούχος είναι ο Φορέας. Εξάλλου, με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε, ότι ο Φορέας δικαιούται να αξιώσει τις παροχές, που έχει καταβάλει στην χήρα του ασφαλισμένου του από τις 1-2-2001 (που άρχισε η καταβολή της σύνταξης χηρείας) έως 31-8-2008 (άσκηση της ένδικης αγωγής) ποσού 46.301,50 ευρώ, σύμφωνα με τα παραστατικά, που είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και αφορούσαν τη θετική ζημία, που είχε υποστεί. Πλέον τούτων με επαρκή επίσης αιτιολογία δέχθηκε, ότι ο Φορέας έχει κατά των ήδη αναιρεσειόντων υποχρέων δικαίωμα να ασκήσει την αξίωσή του εξ υποκαταστάσεως εκ του νόμου και για την απόληψη των παροχών, που θα καταβάλει μελλοντικά στη χήρα ως έμμεσα ασφαλισμένη, αρχής γενομένης από 1-9-2008 και εφόρου ζωής αυτής και εφόσον βέβαια καταβάλει πράγματι τις παροχές αυτές, διότι καθοριστικό είναι το γεγονός, ότι ο Φορέας έχει 5 εκ του νόμου κατά το Γερμανικό Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης- SGB/X την υποχρέωση να καταβάλει τις παροχές αυτές και όχι ο χρόνος, που θα τις καταβάλει στο μέλλον, διότι η αξίωση του άμεσα ασφαλισμένου του -θύματος, κατά του υποχρέου σε αποζημίωση μεταβιβάζεται στον αλλοδαπό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, που διέπει τη σχέση της κοινωνικής ασφάλισης και την κοινοτική νομοθεσία, αμέσως μόλις συμβεί το ατύχημα, χωρίς κάποια άλλη προϋπόθεση. Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και επομένως, όσα αντίθετα, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον 1ο και 2ο αναιρετικό λόγο για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθέντων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, με την επί πλέον επισήμανση, ότι οι περαιτέρω αιτιάσεις για ανεπαρκή αιτιολογία, κατά το μέρος που αναφέρονται στο ύψος της σύνταξης χηρείας, που επιδικάσθηκε ως θετική ζημία του Φορέα έως το έτος 2004, οπότε το θύμα θα συμπλήρωνε το 75ο έτος της ηλικίας του, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως απαράδεκτες διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ) εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας ως προς τον υπολογισμό της σύνταξης. Επίσης, οι αιτιάσεις για ανυπαρξία ζημίας του Φορέα μετά την συμπλήρωση του 75ου έτους της ηλικίας του θύματος είναι επίσης ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 90 του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης- SGB/X, ο Φορέας υποχρεούται σε καταβολή σύνταξης χηρείας, τόσο στον άμεσα ασφαλισμένο του όσο και στους δικαιούχους κληρονόμους αυτού λόγω του θανάτου του, όπως η νόμιμη σύζυγος του άμεσα ασφαλισμένου του θύματος, στην αξίωση διατροφής της οποίας υποκαταστάθηκε εκ του νόμου ο αλλοδαπός Φορέας, καθόσον αιτία της αξίωσης αυτής είναι το τροχαίο δυστύχημα, που προκάλεσε το λόγο της χορήγησης της σύνταξης χηρείας. Εξάλλου και ο 3ος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των άρθρων 298 και 928 ΑΚ κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αναφορικά με το ορισμένο της αγωγικής αξίωσης και την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του ενάγοντα Φορέα για τις μελλοντικές παροχές. Ειδικότερα, από την επιτρεπτή επισκόπηση της αγωγής κατ` άρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικού εγγράφου της δίκης, προκύπτει ότι περιέχονται στην ιστορική της βάση με σαφήνεια και επάρκεια όλα τα στοιχεία, που θεμελιώνουν το δικαίωμα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου Φορέα να επιδιώξει, δικαστικώς, να αναγνωριστεί το δικαίωμά του και αντίστοιχα η υποχρέωση καταβολής από τους αναιρεσείοντες-υπόχρεους προς αυτόν, ως καθ`υποκατάσταση της ........, συζύγου όσο ζούσε του άμεσα ασφαλισμένου του ........, ο οποίος αποβίωσε σε τροχαίο δυστύχημα, το οποίο συνέβη από συντρέχουσα αμέλεια και των αναιρεσειόντων (οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου) τόσο της θετικής ζημίας, δηλαδή των παροχών που ήδη ο ενάγων Φορέας κατέβαλε, τις οποίες αναλυτικά παρέθετε στο αγωγικό δικόγραφο, όσο και των παροχών, που θα καταβάλει στη χήρα του ασφαλισμένου του στο μέλλον, ως απόρροια του τροχαίου δυστυχήματος, που αποτελεί την αιτία της καταβολής της σύνταξης χηρείας και εφόσον καταβάλει 6 αυτές προς αυτήν. Συνεπώς, ορθά το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και ότι ο ενάγων αλλοδαπός Φορέας νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει στο μέλλον τις παροχές, που θα καταβάλει στη χήρα του άμεσα ασφαλισμένου του, σύμφωνα με τον γερμανικό κώδικα κοινωνικής ασφάλισης - SGB/X. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, εάν ο ενάγων Φορέας αξίωνε για το μέλλον συγκεκριμένο αριθμητικά ποσό, οπότε, στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε να ερευνηθεί το ορισμένο της μέλλουσας αυτής ζημίας, δηλαδή, εάν είναι βέβαιο, ότι το συγκεκριμένο αυτό ποσό ζημίας θα επέλθει και εάν είναι εφικτός ο προσδιορισμός της και σε αρνητική περίπτωση, να απορριφθεί κατ`ουσίαν η σχετική αξίωση ή εάν η επέλευσή της εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, οπότε θα έπρεπε να ερευνηθεί, αν η αξίωση αυτή ασκείται πρόωρα, ζητήματα που δεν συντρέχουν στην ένδικη υπόθεση, εφόσον ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Φορέας ζητεί να αναγνωριστεί το δικαίωμά του να αξιώσει, εξ αυτοδίκαιης εκ του νόμου υποκατάστασης, από τους υπόχρεους αναιρεσείοντες τις μελλοντικές παροχές - ζημία, που, σύμφωνα με τον SGB/X θα καταβάλει ως σύνταξη χηρείας στην χήρα του άμεσα ασφαλισμένου του, εξαιτίας του τροχαίου δυστυχήματος για την αποκατάσταση της απορρέουσας από αυτό ζημίας, για την οποία αυτοί ευθύνονται σε ολόκληρο».

Σχόλιο: Ουσιαστικά, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι ο αλλοδαπός ασφαλιστικός φορέας ο οποίος ασκεί την αξίωση ασφαλισμένου του (ή προσώπου που ήλκε από τον ασφαλισμένο του δικαιώματα) καθ’ υποκατάσταση στα δικαιώματα των προσώπων αυτών, υποκαθίσταται εκ του νόμου αυτοδικαίως στις παροχές που έχει καταβάλει ή πρόκειται να καταβάλει στο μέλλον από την αιτία αυτή και ότι οι παροχές αυτές αποτελούν τη ζημία που υπέστη ο αλλοδαπός Φορέας, η οποία προσδιορίζεται με την απόφαση του Φορέα (στην κρινόμενη περίπτωση απόφαση συνταξιοδότησης χηρείας). Ωστόσο, η θέση αυτή, ως προς το δεύτερο σκέλος της «ότι οι παροχές αυτές αποτελούν τη ζημία που υπέστη ο αλλοδαπός Φορέας, η οποία προσδιορίζεται με την απόφαση του Φορέα» και ότι αυτό το ποσό δικαιούται να ζητήσει ο αλλοδαπός Φορέας είναι αντίθετη με την Ευρωπαϊκή νομολογία επί του θέματος.

Συγκεκριμένα, η εισαγωγή αξιώσεων αλλοδαπού φορέα κοινωνικής ασφάλισης κατά τρίτου, καθ’ υποκατάσταση στα δικαιώματα του ασφαλισμένου του φορέα, ρυθμίζεται από τον Κανονισμό της ΕΟΚ 1408/71. Ο Κανονισμός έχει ερμηνευτεί με αποφάσεις του ΔΕΚ, ως εξής:

- Υπόθεση C-397/96 (Caisse de pension des employés privés v. Dieter Kordel, Rainer Kordel, Frankfurter Allianz Versicherungs AG) απόφαση του Δικαστηρίου της 21.9.1999. Η επίμαχη απόφαση του Αρείου Πάγου κάνει αναφορά στην παραπάνω απόφαση του ΔΕΚ κατά την εξέταση του εφαρμοστέου δικαίου ως προς το δικαίωμα υποκατάστασης του αλλοδαπού ασφαλιστικού φορέα και συγκεκριμένα αναφέρει: 7 «Επομένως, εφόσον ασκείται αξίωση γερμανικού ασφαλιστικού φορέα είναι εφαρμοστέο το γερμανικό δίκαιο. Η ρύθμιση αυτή, η οποία επικαλύπτεται από το άρθρο 93 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους, που διακινούνται εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με το οποίο: "Αν δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτου φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο: α) όταν ο φορέας οφειλέτης υποκαθιστά, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ` αυτόν, τον δικαιούχο στα δικαιώματα, τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος, β) όταν ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό, τούτο έχει την έννοια ότι, εφόσον συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις του νόμου και ο ασφαλισμένος δικαιούται αποζημίωση από τον υπαίτιο για την προκληθείσα σε βάρος του ζημία, η απαίτηση αυτή του ασφαλισμένου μεταβιβάζεται στον ανωτέρω φορέα της ασφαλίσεως στο μέτρο, κατά το οποίο αυτός οφείλει να προβεί σε παροχές προς το δικαιούχο της αποζημίωσης. Με την C-397/1996 απόφαση της Ολομέλειάς (Caise de pension des Versicherung AG), το ΔΕΚ ερμήνευσε την ως άνω πρόβλεψη του Κανονισμού ως κανόνα άρσεως συγκρούσεως νόμων, που επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει αγωγή αποζημιώσεως κατά του προκαλέσαντος τη ζημία, την υποχρέωση να εφαρμόσει τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, όχι μόνο για να προσδιορίσει, αν ο φορέας αυτός υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, αλλά και για να προσδιορίσει τη φύση και το περιεχόμενο των απαιτήσεων, στις οποίες υποκαθίσταται ο οφειλέτης φορέας. Επομένως, τόσο ο υποκατασταθείς οφειλέτης φορέας, όσο και τα εθνικά δικαστήρια κάθε κράτους μέλους οφείλουν να εφαρμόζουν τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας. Από την άλλη το άρθρο 93 παρ. 1 στοιχ. α` του ως άνω Κανονισμού δεν αποβλέπει στο να τροποποιήσει τους κανόνες, βάσει των οποίων προσδιορίζεται, αν και κατά πόσο θεμελιώνεται η εξωσυμβατική ευθύνη του τρίτου, που προκάλεσε τη ζημία. Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες, που οφείλει καταρχήν να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε το θύμα ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, δηλαδή, καταρχήν, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία. Εντεύθεν προκύπτει ότι δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, καθώς και οι προϋποθέσεις άσκησης αγωγής αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου».

Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος δεν έλαβε υπόψη του ρητή περικοπή της παραπάνω απόφασης, όπου αναφέρει ότι : «Το άρθρο 93, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η υποκατάσταση φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, υπό την έννοια του κανονισμού αυτού, που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος ζημία επελθούσα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, η οποία είχε ως συνέπεια την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως από τον φορέα αυτόν, καθώς και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων στα οποία υποκαταστάθηκε ο φορέας αυτός, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία υπάγεται ο φορέας αυτός, υπό την προϋπόθεση ότι η υποκατάσταση που προβλέπει η νομοθεσία αυτή δεν βαίνει πέραν των δικαιωμάτων του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, όπως αυτά προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία.». Συνεπώς, ναι μεν το δικαίωμα υποκατάστασης του αλλοδαπού ασφαλιστικού φορέα ρυθμίζεται από το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής του, όμως τίθεται η πολύ σημαντική προϋπόθεση «ότι η υποκατάσταση που προβλέπει η νομοθεσία αυτή δεν βαίνει πέραν των δικαιωμάτων του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, όπως αυτά προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία». Ως εκ τούτου, ο αλλοδαπός ασφαλιστικός φορέας δεν υποκαθίσταται και δεν νομιμοποιείται να αναζητήσει από τον τρίτο υπαίτιο του ατυχήματος ό,τι ποσό κατέβαλε για παροχές προς τον ασφαλισμένο του (ή προς εξαρτώμενα από τον ασφαλισμένο του πρόσωπα) αλλά μόνο όποιο ποσό αντιστοιχεί σε δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα προσώπων. Τούτο συνεπάγεται και το ότι, ως βάση της αγωγής του αλλοδαπού ασφαλιστικού φορέα δεν μπορεί να τίθεται μόνο το ποσό των παροχών που κατέβαλε, όπως αυτές προσδιορίζονται από την εκάστοτε απόφασή του, αλλά θα πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ποια ποσά από αυτά που κατέβαλε τελούν σε αντιστοιχία με δικαιώματα του ασφαλισμένου του ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα προσώπων, διότι μόνο τα ποσά αυτά δικαιούται να αναζητήσει.

Τα ίδια έχει κρίνει το ΔΕΚ και σε άλλη απόφασή του, με αφορμή θάνατο προσώπου λόγω ιατρικής αμέλειας :

- Υπόθεση C-397/02 (Clinique La Ramée ASBL, Winterthur Europe Assurance SA v. Jean-Pierre Riehl, Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως,) απόφαση του Δικαστηρίου της 9.9.2004: «Το άρθρο 85α του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται 9 επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2799/85 του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1985, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απονέμει στις Κοινότητες το δικαίωμα να λάβουν από τον τρίτο, υπαίτιο του θανάτου ενός υπαλλήλου, την επιστροφή του συνόλου της συντάξεως επιζώντος που καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 79 και 79α του εν λόγω ΚΥΚ, όταν ο νόμος που εφαρμόζεται στην απαίτηση αποκαταστάσεως της ζημίας προβλέπει ότι το δικαίωμα συντάξεως επιζώντος δεν έχει σχέση με την υποχρέωση του υπευθύνου της παράνομης πράξεως να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία και η ζημία που υπέστη ο επιζών σύζυγος λόγω της απώλειας των εισοδημάτων της αποβιώσασας συζύγου είναι κατώτερη του ποσού της συντάξεως επιζώντος που του καταβάλλεται». Παρότι η παραπάνω απόφαση αφορά την ερμηνεία άλλου κανονισμού, η αιτιολογία του Δικαστηρίου ενδιαφέρει εν προκειμένω διότι στηρίζεται στην παραδοχή του ότι ο καθ’ υποκατάσταση φορέας της αξίωσης δεν μπορεί να διαθέτει περισσότερα δικαιώματα από τον υποκαθιστάμενο.

Με τα παραπάνω φαίνεται να συμφωνεί και ο Αθανάσιος Κρητικός (Αθαν. Γ. Κρητικός, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ 2019, ΤΟΜΟΣ Ι, σελ. 710 επομ.) όπου σχετικά με το ζήτημα της υποκατάστασης αλλοδαπού ασφαλιστικού φορέα για τις παροχές που έχει καταβάλει αναφέρει ότι «η υποκατάσταση που προβλέπει η νομοθεσία αυτή δεν βαίνει πέραν των δικαιωμάτων του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, όπως αυτά προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία». Τέλος, να σημειώσω ότι η νομολογία του Αρείου Πάγου ακολουθεί την παραπάνω ευρωπαϊκή ρύθμιση ως προς το ζήτημα υποκατάστασης του εθνικού μας φορέα κοινωνικής ασφάλισης για παροχές που έχει καταβάλει. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ασκεί αγωγή ο ΕΦΚΑ - ΙΚΑ, υποκαθιστάμενος στα δικαιώματα ασφαλισμένου του, δεν δικαιούται να λάβει από τον τρίτο υπαίτιο κάθε ποσό που κατέβαλε ως επιδότηση αλλά μόνο όποιο ποσό τελεί σε ποσοτική, ποιοτική και χρονική αντιστοιχία με δικαιώματα του ασφαλισμένου του. Έτσι, κατά πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου (ενδεικτικά ΑΠ 666/2010 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ): «Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 10 § 5 του ν.δ. 4104/1965, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 § 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 προκύπτει, ότι σε περίπτωση αναπηρίας ή θανάτωσης ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η αξίωση αποζημίωσης του ασφαλισμένου ή των δικαιούχων μελών της οικογένειάς του, που απορρέει από τα άρθρα 928 και 929 ΑΚ, κατά του υποχρέου, μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση. Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντα ή των δικαιοδόχων του, κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο ή τα μέλη της οικογένειάς του και των αξιώσεων 10 αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του υποχρέου τρίτου. Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει, όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους υπό χρονική και ποιοτική άποψη, σε μία εσωτερική συνάφεια. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η μεταβίβαση της απαίτησης στο ΙΚΑ. (Α.Π 803/2004) χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της ως προερχόμενης από αδικοπραξία ή από αυτοκινητικό ατύχημα.»).

Βασίλειος Σ. Λευκαρίτης
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω

 

About Helix

Ball tip biltong pork belly frankfurter shankle jerky leberkas pig kielbasa kay boudin alcatra short loin.

Jowl salami leberkas turkey pork brisket meatball turducken flank bilto porke belly ball tip. pork belly frankf urtane bilto

Latest News