- Δημοσιεύσεις
ΣΧΟΛΙΟ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ 3647/2020 (Επί της δυνατότητας εναγωγής του αντιπροσώπου ζημιών)
*Το παρακάτω σχόλιο είναι δημοσιευμένο στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου τεύχος 4ον, Μάιος – Ιούνιος 2021, σελ. 313
Η Οδηγία 2000/26/ΕΚ (γνωστή ως 4 η οδηγία) υποχρέωσε τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε κράτος μέλος της Ε.Ε. και του ΕΟΧ που ασκούν στον τόπο εγκατάστασης τους τον κλάδο ασφάλισης 10 «αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα» να διορίσουν σε κάθε άλλο κράτος μέλος, εκτός αυτού που έλαβαν την επίσημη έγκριση για την έναρξη της δραστηριότητάς τους, αντιπρόσωπο ζημιών, ο οποίος θα πληροί τις προϋποθέσεις και θα έχει τα καθήκοντα που αναφέρονται στο άρθρο 4 της Οδηγίας.
Οι προβλέψεις του άρθρου 4 της Οδηγίας ενσωματώθηκαν στην Ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 8 ΠΔ 10/2003, ως άρθρο 37 α του Ν. 489/1976. Βασική πρόβλεψη της Οδηγίας, που αποτελεί και περιεχόμενο του άρθρου 37 α Ν.489/1976 είναι ο αντιπρόσωπος ζημιών «να διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να αντιπροσωπεύει την επιχείρηση έναντι των προσώπων που υπέστησαν ζημιές και θα μπορούσαν να προβάλλουν αξίωση αποζημίωσης συμπεριλαμβανομένης και της ικανοποίησης αυτών των αξιώσεων και για να την αντιπροσωπεύει ή εφ` όσον απαιτείται, να φροντίζει για την αντιπροσώπευση της ενώπιον των διοικητικών αρχών σχετικά με τις αξιώσεις αυτές».
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 255 του Ν. 4364/2016, το οποίο επίσης συνιστά προσαρμογή Ευρωπαϊκής Οδηγίας (2009/138/ΕΚ) στην εσωτερική έννομη τάξη, «Ο αντιπρόσωπος ζημιών, που διορίζεται σύμφωνα με τις περιπτώσεις ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 130 του παρόντος, επιλέγεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων και πρέπει να είναι γνώστης των επισήμων γλωσσών του κράτους που έχει διορισθεί. Ο αντιπρόσωπος ζημιών έχει την διαμονή ή εγκατάσταση του στο κράτος-μέλος όπου έχει διορισθεί, διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να εκπροσωπεί την ασφαλιστική επιχείρηση έναντι των ζημιωθέντων με μόνιμη κατοικία σ' αυτό το κράτος- μέλος, από ατυχήματα που προκαλούνται στα άλλα κράτη-μέλη από αυτοκίνητα που έχουν τόπο συνήθους στάθμευσης την Ελλάδα ή άλλο κράτος- μέλος και είναι ασφαλισμένα σε εγκατεστημένες στην Ελλάδα ασφαλιστικές επιχειρήσεις, τις οποίες εκπροσωπεί, ώστε να ικανοποιεί ολοσχερώς τις αξιώσεις τους».
Η υπό σχολιασμό απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών εξετάζει το ζήτημα, εάν μέσα στις «επαρκείς εξουσίες» του αντιπροσώπου περί εκπροσώπησης της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας έναντι των ζημιωθέντων, περιλαμβάνεται η δυνατότητα των ζημιωθέντων να ενάγουν ευθέως τον αντιπρόσωπο ζημιών ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους κατοικίας τους. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, τούτο θα σήμαινε ότι δικαιούνται και να εκτελέσουν την εκδοθησόμενη απόφαση κατά της περιουσίας του αντιπροσώπου.
Ειρήσθω εν παρόδω, δεν αμφισβητείται ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 1215/2012, αλλά και τον προγενέστερο 44/2001 σχετικά με την διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ζημιωθείς έχει το δικαίωμα ευθείας αγωγής κατά του αλλοδαπού ασφαλιστή, ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του (ζημιωθέντα), εφόσον το οικείο δίκαιο επιτρέπει την άσκηση τέτοιας αγωγής και ο ασφαλιστής έχει την έδρα του στο έδαφος κράτους – μέλους (τούτο συνιστά άλλωστε ρητή διατύπωση του άρθρου 18 της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ, η οποία ήδη ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο με το Ν. 3746/2009).
Η εξειδίκευση της ιδιότητας του αντιπροσώπου ζημιών απασχόλησε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε δύο περιπτώσεις:
- Αρχικά στην υπόθεση C-306/12 (Spedition Welter GmbH v. Avanssur S.A), στην οποία κάνει αναφορά και η υπό σχολιασμό απόφαση, μετά από προδικαστικό ερώτημα του Γερμανικού Δικαστηρίου Landgericht Saarbrücken, ετέθη το ζήτημα εάν ο αντιπρόσωπος ζημιών είναι νόμιμος αντίκλητος της αντιπροσωπευόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, συνεπώς μπορούν νομίμως να επιδοθούν σε αυτόν δικόγραφα που απευθύνονται κατά αυτής. Το ΔΕΕ με την με αριθμό 2013/C344/55 απόφασή του έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 5, της οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής, στις επαρκείς εξουσίες που πρέπει να διαθέτει ο αντιπρόσωπος για τον διακανονισμό των ζημιών περιλαμβάνεται και η εξουσία αντικλήτου στο πλαίσιο διαδικασίας διακανονισμού ζημίας ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Κρίθηκε λοιπόν ότι νομίμως επιδίδονται στον αντιπρόσωπο ζημιών ως αντίκλητο δικόγραφα που στρέφονται κατά της αντιπροσωπευόμενης από αυτόν ασφαλιστικής εταιρίας.
- Στην υπόθεση C‑558/15 (Alberto José Vieira de Azevedo et al v. C.E.D. Portugal Unipessoal et al) μετά από προδικαστικό ερώτημα πορτογαλικού Εφετείου (Tribunal da Relação do Porto) ο νομικός προβληματισμός πήγε ένα βήμα παραπέρα.
Τα δεδομένα της υπόθεσης αυτής, η οποία συνιστά ad hoc περίπτωση σε σχέση με την κρινόμενη από το Ειρηνοδικείο Αθηνών, είναι εν τάχει τα εξής: Στις 17 Οκτωβρίου 2007, σε ισπανικό αυτοκινητόδρομο, συνέβη τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη όχημα υπό ενοικίαση ασφαλισμένο στην Ισπανία από την εταιρία Helvetia Compañía Suiza, SA de Seguros y Reaseguros (στο εξής: Helvetia) με αποτέλεσμα τον θάνατο του Luis de Sousa Alves και την πρόκληση σωματικών βλαβών στον A. J. Vieira de Azevedo, οι οποίοι ήταν αμφότεροι Πορτογάλοι υπήκοοι. Ο τραυματισθείς καθώς και η σύζυγος και τα τέκνα του θανόντος άσκησαν, ενώπιον του Instância Central Cível da Comarca do Porto-Este (Penafiel) [πορτογαλικού πρωτοδικείου], αγωγές αποζημιώσεως για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι ενάγοντες έστρεψαν τις αγωγές του ευθέως κατά της CED, αντιπροσώπου ζημιών της ασφαλιστικής εταιρίας Helvetia στην Πορτογαλία και, επικουρικώς κατά του Επικουρικού Ταμείου Ασφαλίσεως Αυτοκινήτων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε «έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως» της CED και κατά συνέπεια του Επικουρικού Ταμείου Ασφαλίσεως Αυτοκινήτων και απέρριψε τις αγωγές.
Η υπόθεση ήχθη ενώπιον δευτεροβάθμιου πορτογαλικού δικαστηρίου, το οποίο υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, διερωτώμενο εάν οι αντιπρόσωποι των ασφαλιστικών εταιριών οι οποίοι ασκούν τη δραστηριότητά τους στην αλλοδαπή, όπως προσδιορίζονται δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας 2000/26 και οι οποίοι πρέπει να διαθέτουν τις απαραίτητες εξουσίες για τη διαχείριση και τον διακανονισμό των ζημιών μπορούν επίσης να ενάγονται ενώπιον δικαστηρίου από ημεδαπούς υπηκόους. Το ΔΕΕ, με την απόφαση του έκτου τμήματος της 15ης Δεκεμβρίου 2016 έκρινε ότι από καμία διάταξη, ούτε αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/26/ΕΚ δεν προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος ζημιών μπορεί να εναχθεί από ζημιωθέντα ο ίδιος αντί της ασφαλιστικής επιχειρήσεως την οποία εκπροσωπεί, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, ούτε τα κράτη – μέλη οφείλουν να προβλέψουν τέτοια δυνατότητα στην εσωτερική τους νομοθεσία.
Έκπληξη προκαλεί η πρόταση του Γενικού Εισαγγελέα Paolo Mengozzi επί της υποθέσεως, η οποία ήταν εντελώς αντίθετη με την τελική κρίση του δικαστηρίου, καθώς πρότεινε να αναγνωριστεί η δυνατότητα ευθείας εναγωγής του αντιπροσώπου ζημιών από τον ζημιωθέντα και μάλιστα υποστήριξε ότι οι όροι της συναφθείσας μεταξύ της ασφαλιστικής επιχειρήσεως και του αντιπροσώπου συμβάσεως δεν μπορούν να επηρεάσουν την παθητική νομιμοποίηση του τελευταίου. Ωστόσο, η άποψή του δεν ακολουθήθηκε από το Δικαστήριο.
Η μη δυνατότητα ευθείας εναγωγής του αντιπροσώπου, η οποία υιοθετήθηκε ερμηνευτικά από το ΔΕΕ, είναι , κατά την άποψη του γράφοντος, απολύτως λογική και ορθή. Τούτο διότι, ο αντιπρόσωπος ζημιών ναι μεν υποχρεούται από τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες να έχει επαρκείς εξουσίες αντιπροσώπευσης της ασφαλιστικής εταιρίας και αποζημίωσης των παθόντων, όμως στην έννοια των επαρκών εξουσιών, δεν μπορεί να ενταχθεί ερμηνευτικά η υποχρέωση διατήρησης επαρκούς περιουσίας και φερεγγυότητας για την κάλυψη ζημιών της αντιπροσωπευόμενης ασφαλιστικής εταιρίας. Εάν ο νομοθέτης ήθελε κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να το προβλέψει ρητά και ειδικά και μάλιστα να θέσει και σχετικούς κανόνες (ποσό περιουσίας, αποθεματικά, δείκτες φερεγγυότητας κλπ.), αντίστοιχους με την εγκατάσταση υποκαταστήματος. Αντιθέτως όμως, η παράγραφος 8 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2000/26/ΕΚ ορίζει ρητά ότι ο διορισμός αντιπροσώπου δεν συνιστά εγκατάσταση υποκαταστήματος («The appointment of a claims representative shall not in itself constitute the opening of a branch within the meaning of Article 1(b) of Directive 92/49/EEC and the claims representative shall not be considered an establishment within the meaning of Article 2(c) of Directive 88/357/EEC or an establishment within the meaning of the Brussels Convention of 27 September 1968 on jurisdiction and the enforcement of judgments in civil and commercial matters(12)»). Άλλωστε, η ικανοποίηση των απαιτήσεων των παθόντων από τον αλλοδαπό ασφαλιστή διασφαλίζεται αφενός από το δικαίωμά τους να στραφούν ευθέως κατά αυτού στα δικαστήρια του τόπου κατοικίας τους, αφετέρου από το δικαίωμά τους να επιδώσουν τα δικόγραφα με τον συνήθη κατά το εσωτερικό τους δίκαιο τρόπο στον αντιπρόσωπο ζημιών του ασφαλιστή που βρίσκεται στον τόπο κατοικίας τους, ενώ τέλος, η άμεση και απρόσκοπτη αναγνώριση και εκτέλεση της εκδοθησόμενης απόφασης στο κράτος – μέλος εγκατάστασης του ασφαλιστή, διασφαλίζεται μέσω των προβλέψεων του Κανονισμού 1215/2012/ΕΚ. Είναι λοιπόν προφανές από τα παραπάνω, ότι η ερμηνεία της υπό σχολιασμό απόφασης του Ειρηνοδικείου, η οποία δέχθηκε ευθεία εναγωγή του αντιπροσώπου ζημιών αντί της αντιπροσωπευόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ερμηνεία του ΔΕΕ επί του ζητήματος, η οποία είναι οιονεί δεσμευτική έναντι των εθνικών δικαστηρίων των κρατών - μελών.

